Τετάρτη, 25 Σεπτεμβρίου 2013

Ο Παύλος Μεθενίτης παρουσιάζει το μυθιστόρημα «Η Γαλλίδα δασκάλα» του Ντίνου Γιώτη


36ο ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΤΑΙΝΙΩΝ ΜΙΚΡΟΥ ΜΗΚΟΥΣ ΔΡΑΜΑΣ
19o ΔΙΕΘΝΕΣ ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΤΑΙΝΙΩΝ ΜΙΚΡΟΥ ΜΗΚΟΥΣ ΔΡΑΜΑΣ
16-21 Σεπτεμβρίου 2013

ΑΙΘΡΙΑ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΜΕΣΗΜΕΡΙΑ 
Ο Παύλος Μεθενίτης παρουσιάζει… 

Πρώτο Λογοτεχνικό Μεσημέρι χθες στο Αίθριο των γραφείων του Φεστιβάλ Δράμας, με τον συγγραφέα-δημοσιογράφο Παύλο Μεθενίτη να παρουσιάζει το μυθιστόρημα Η ΓΑΛΛΙΔΑ ΔΑΣΚΑΛΑ (Ψυχογιός) του Ντίνου Γιώτη, συγγραφέα, σεναριογράφου και προεδρου της Ένωσης Σεναριογράφων Ελλάδος.
Ο ηπειρώτης συγγραφέας, μιλώντας για το βιβλίο του (που έχει ως θέμα τη νοσταλγία και τον έρωτα και πρωταγωνιστές μια παρέα παιδιών), δανείστηκε τα λόγια του Ρολάν Μπαρτ: «Η μόνη μας πατρίδα είναι η παιδική μας ηλικία». Και θυμήθηκε πως η δική του επικράτεια ως παιδί ήταν από το Γεφύρι της Άρτας μέχρι τον ποταμό Άραχθο. «Τότε υπήρχε ελευθερία στα όρια της ασυδοσίας. Σ’ αυτό το σκηνικό στήθηκε η «Γαλλίδα Δασκάλα». Το έναυσμά του όμως υπήρξε ένα πραγματικό περιστατικό: «Μια γυναίκα που έσκυβε κάτω από την αντλία σε ένα περιβόλι και λουζόταν. Μια παιδική μου μνήμη: ένα σφριγηλό σώμα που ασφυκτιούσε σε ένα μαγιό».
Ο Ντ.Γιώτης παραδέχτηκε πως οι σπουδές γεωλογίας τον βοήθησαν με έναν τρόπο στην συγγραφή («η ιστορία της Γης δίνει την εντύπωση ενός σεναρίου που εξελίσσεται»), ενώ αποκάλυψε πως είχε στον μυαλό του και τον Ησίοδο («γνωστό μισογύνη!»). Προσέγγισε την Δασκάλα ως «ένα θηλυκό που «παίζει» με τρείς γενιές ανδρών», παρατηρώντας πως συνήθως «οι γυναίκες παρουσιάζονται ως θύματα ενώ εδώ η γυναίκα γίνεται θύτης».
Δεν ήθελε να γράψει ένα βιβλίο για τη νοσταλγία και τη μνήμη ενός μεσήλικα, όπως συνηθίζεται , αλλά να μιλήσει για μια «δραματική ενηλικίωση», δημιουργώντας καταστάσεις που στιγμάτισαν το υπόλοιπο της ζωής αυτού του παιδιού.
Το βιβλίο του έχει έντονο κινηματογραφικό χαρακτήρα. Ακόμα κι ο ίδιος, εκ παραδρομής, αναφερόμενος στο μυθιστόρημα του μίλησε για «σεκάνς», ενώ αποκάλυψε πως το μυθιστόρημα ξεκίνησε να γράφεται ως σενάριο. Ο Π.Μεθενίτης παρατήρησε πως είναι σαν να διαβάζεις ένα σενάριο με λογοτεχνική αξία. «Είναι πράγματι, δυο δεξαμενές που αλληλοτροφοδοτούνται υπόγεια», παραδέχτηκε ο συγγραφέας. «Αλλά θέλει μεγάλη προσοχή στον χειρισμό γιατί αλλιώς μπορείς να πέσεις σε παγίδα».
Μιλώντας για το σενάριο, και σχολιάζοντας το κατά πόσον οι μικρομηκάδες χρησιμοποιούν, ως όφειλαν, σεναριογράφο, απάντησε πως οι έλληνες κινηματογραφιστές, ζούν ακόμα στα απόνερα της νουβέλ βαγκ και της εποχής του οτέρ, αλλά πρέπει επιτέλους να επενδύσουν στις ιστορίες…
Η «Γαλλίδα δασκάλα» θα γίνει ταινία με την Λ. Παπαληγούρα και τον Α.Τότσικα σε σκηνοθεσία Ν.Σούλη. Θα είχε ήδη γυριστεί αν δεν έκλεινε η ΕΡΤ…
Ακολουθεί ολόκληρη η ομιλία του Παύλου Μεθενίτη:
Κυρίες και κύριοι, καλησπέρα σας.
Έχω τη χαρά να σας παρουσιάσω τη “Γαλλίδα δασκάλα”, του Ντίνου Γιώτη, από τις εκδόσεις Ψυχογιός. Με τον Ντίνο γνωριζόμαστε από παλιά – από το περιοδικό “ΕΝΑ”, στις αρχές της δεκαετίας του '90. Δημοσιογράφος ο Γιώτης, περιοδικατζής, αλλά, προφανώς, η αποτύπωση της πραγματικότητας δεν του αρκούσε, κι αποφάσισε, από νωρίς, να την αλλάξει. Έχει γράψει σενάρια για τον κινηματογράφο και την τηλεόραση, είναι μάλιστα Πρόεδρος των Ένωσης Σεναριογράφων Ελλάδας. Ένα από τα τρία μυθιστορήματά του, το “E-mail”, έγινε ταινία, κι αν δεν κάνω λάθος, κι η “Γαλλίδα δασκάλα” θα λάβει σάρκα και οστά επί της οθόνης. Εάν δε, αυτή η σάρκα είναι τόσο θελκτική, όσο την έπλασε ο Ντίνος στο βιβλίο του, τότε μιλάμε για μια δασκάλα, που ακόμα κι η σωματική τιμωρία απ' αυτήν, θα ήταν πηγή φαντασιώσεων – για κάποιους, τέλος πάντων.
Ο Ντίνος έγραψε ένα βιβλίο για την παιδική ηλικία, και είναι σαγηνευτικό, γιατί είναι ισορροπημένο, αν και αποτελείται από ισχυρά συστατικά. Έφτιαξε, συνέθεσε καλύτερα, ένα λογοτεχνικό άρωμα, που, όπως όλα τα καλά αρώματα, είναι η ευχάριστη στη μύτη και τη ψυχή κοινή συνισταμένη πολλών συνιστωσών.
Υπάρχει η πηχτή, βαριά μυρωδιά του πόθου που ξεσηκώνει σχεδόν σ' όλα τα αρσενικά του βιβλίου, μεγάλα και μικρά, η μυστηριώδης δασκάλα. Υπάρχει η γλυκύτερη αλλά δριμεία εσάνς της νοσταλγίας, για τα παιδικά χρόνια που χάθηκαν ανεπιστρεπτί, υπάρχει και το ανθώδες, αιθέριο έλαιο της αθωότητας και της φιλίας, και βέβαια, όλα αυτά πατούν επάνω σε μια βασική νότα, τη γεώδη οσμή του αίματος και του θανάτου. Ο Γιώτης απ' όλα αυτά έβγαλε ένα μοναδικό άρωμα, γεμάτο ζωντανές εικόνες.
Μάλλον γύριζε τη “Γαλλίδα δασκάλα” στο μυαλό του, και την “απομαγνητοφωνούσε” όπως την έβλεπε – δεν εξηγείται διαφορετικά η αυτόχρημα κινηματογραφική δομή του βιβλίου. Μέσα από συνεχή φλας μπακ, ο Γιώτης αφηγείται την ιστορία του ήρωά του. Αρχικά, βλέπουμε τον Άγη (σκοπίμως επιλέγω το ρήμα “βλέπουμε”) ως κουρασμένο, μάλλον γκρίζο μεσήλικα επιμελητή εκδόσεων, που λαβαίνει ένα πακέτο: μέσα του είναι ένα παλιό, σκουριασμένο πιστόλι. Αυτό το πιστόλι θα γίνει το κλειδί, μέσω του οποίου ο ήρωας θα ξεκλειδώσει κάμποσες αμπαρωμένες κάμαρες μέσα στο νου του, όπου φυλάσσονται οι θησαυροί του: οι παιδικές του αναμνήσεις. Ο ήρωας θα ταξιδέψει στη γενέτειρά του, κάπου στην ελληνική ύπαιθρο, για να βρει τον αποστολέα του πακέτου, και να κλείσει ο κύκλος.
Οι ωραιότερες εικόνες του βιβλίου εκτυλίσσονται στον παιδικό χωρόχρονο του ήρωα. Είναι καλοκαίρι (γιατί σχεδόν πάντα, όταν θυμόμαστε τα παιδικά μας χρόνια είναι καλοκαίρι;), κι ο Άγης, παρέα με τα φιλαράκια του, καβάλα στα ποδήλατά τους, θα ανακαλύψουν μια μυστική τοποθεσία, μέσα στη φουντωμένη βλάστηση. Μια υπέροχη λιμνούλα, όπου λούζεται το αντικείμενο της λαγνείας: η Γαλλίδα Δασκάλα, που, επισήμως, την έχει φέρει ο τσιφλικάς της περιοχής, για να διδάξει στο γιο του γαλλικά. Επισήμως για το χωριό και τη γυναίκα του, πλην όμως είναι ηλίου φαεινότερο, πως την έχει φέρει για να τρυγήσει τα κάλλη της, όπως έλεγαν παλιά.
Σαν να είναι η κοπέλα ένα γαϊτανάκι – ο στύλος, γύρω από τον οποίο πλέκονται οι ιστορίες των ηρώων: ο τσιφλικάς, ο Βάιος, χοντρός, δεσποτικός, αφέντης, καθώς περιδιαβάζει τα κτήματά του με την καραμπίνα. Ο γιος του ο Βλάσης, το μοσχαναθρεμμένο μαμόθρεφτο, που θα έδινε και το δεξί του χέρι για γίνει ισότιμο μέλος της παρέας των παιδιών. Η μητέρα του, η λίγο σαλεμένη, φασματική Λευκοθέα. Η παρέα των παιδιών: ο Άγης, το κεντρικό πρόσωπο του βιβλίου, που βασανίζεται από τη λίμπιντο του, η οποία μόλις έχει ξυπνήσει και είναι απαιτητική, όπως συμβαίνει και τους συνομηλίκους του, τον πιο λούμπεν Φάνη, και τους αστείους διδύμους, τον Κοσμά και το Δαμιανό – (που μου θύμισαν τον Ντυπόν και Ντιπόν του Τεν Τεν...) Επίσης, ο Σταύρος, νεαρός, αρρενωπός, μηχανικός αυτοκινήτων – τα παιδιά τον μισούν γιατί δικαιούται να διεκδικήσει την εύνοια της δασκάλας στα ίσα, λόγω ηλικίας και εμφάνισης, κι απ' τη μεριά του αυτός τα περιφρονεί. Όλοι αυτοί περιστρέφονται σαν κορδέλες γύρω από ένα στύλο, ή σαν δορυφόροι γύρω από ένα πλανήτη: τη μυθική Μπριζίτ.
Δεν θα σας πω τί γίνεται τελικά μ' αυτήν – ποια στ' αλήθεια είναι και πού, πώς, πότε και με ποιον καταλήγει. Δε θέλω να αποκαλύψω κάποια από τα ωραιότερα μυστικά του βιβλίου – βρείτε τα και απολαύστε τα μόνοι σας. Αυτό όμως που οφείλω να πω, είναι ότι ο Γιώτης την έχει πλάσει ως μυθικό πρόσωπο. Σάρκινη, αλλά φευγαλέα: είναι με κάποιον, και συγχρόνως είναι αλλού. Δεν συμβολίζει μόνο τον πόθο, αλλά και την αναζήτηση, και την απώλειά του. Είναι μια νύμφη – νιφάδα: πέφτει από τον ουρανό στροβιλιζόμενη χαριτωμένα πάνω στο απλωμένο χέρι σου, και πάνω που σκύβεις με λαχτάρα να τη δεις από κοντά, αυτή λιώνει, χάνεται.
Όλον αυτόν το γοητευτικό μύθο, ο Γιώτης τον αφηγήθηκε όμορφα. Η γλώσσα του στρωτή, δουλεμένη, ρέουσα, μοιάζει με γυναίκα ντυμένη με ακριβά, κομψά, αλλά διακριτικά ρούχα – όμορφη χωρίς εξαλλοσύνες, αλλά με κάποια, λίγα λεκτικά μπιζού που λάμπουν πάνω της. Αυτό το “πυγοστόλος γυνή” , που πήγες και το βρήκες, ρε Ντίνο; Εκπληκτική λέξη: πυγοστόλος: η γυναίκα με τα στολισμένα πισινά, που θα έπρεπε οι άντρες να φυλάγονται απ' αυτήν, όπως λέει ο γερο-Ησίοδος, που μάλλον θα είχε υποφέρει από καμιά πυγοστόλο, καλλίπυγο ή σεισοπυγίδα... Εκτός όμως από τις λέξεις πολυτελείας, όπως τα “κυνικά καύματα”, ο Ντίνος χρησιμοποιεί και πολλούς ιδιωματικούς όρους. Από πού τους άντλησε; Σε λίγο θα μας δώσει μερικές πληροφορίες παραπάνω για το άτομό του – εγώ, το μόνο που ξέρω για τη σκούφια του Γιώτη, είναι ότι είναι ηπειρώτικη, αρτινή συγκεκριμένα, την οποία γέμισε με σπουδές γεωλογίας και δημοσιογραφίας. Θα είναι ενδιαφέρον να μας πει, ως συγγραφέας και γεωλόγος, πού ήταν το κοίτασμα των εμπειριών, απ' όπου εξόρυξε το μετάλλευμα του μύθου του...
Ολοκληρώνοντας, θέλω να τονίσω, πως ο συγγραφέας χειρίζεται τα εκφραστικά του μέσα με άνεση και ακρίβεια. Η πλοκή είναι μετρημένη κι υπολογισμένη – κάθε στοιχείο κάνει τον κύκλο του μέσα στο βιβλίο – τίποτα δεν πάει χαμένο, τίποτα δεν σπαταλιέται. Ο Γιώτης, με μεγάλη αίσθηση οικονομίας, σχεδόν με τσιγκουνιά, σου δίνει τα στοιχεία λίγα λίγα, σαν να σκορπάει χρωματιστά βοτσαλάκια στο δρόμο. Κι ο αναγνώστης ακολουθεί αυτά τα χαλικάκια της αφήγησης με την έκπληξη και τη λαχτάρα παιδιού, που, παίζοντας, παίρνει ένα καινούριο μονοπάτι μέσα στο δάσος του παραμυθιού.
Όμως, πολλά είπα. Ο σχολιαστής, ο παρουσιαστής, κάποια στιγμή πρέπει να σωπαίνει, να αποσύρεται, και να δίνει τη θέση του στο real stuff, στο αληθινό πράγμα που σαλεύει. Ακούστε αυτή την παράγραφο. Από τις καλύτερες που έχω διαβάσει για την αθώα αγριότητα, ή την άγρια αθωότητα του παιδιού, που κάνει ό,τι γουστάρει χωρίς ευθύνες, χωρίς ενοχές, χωρίς έννοιες. Όλοι εμείς οι κάποιας ηλικίας την έχουμε ζήσει ή την έχουμε φανταστεί – ο Γιώτης όμως την έγραψε:
“Χανόμουν στους αγρούς, κυνηγώντας κοτσύφια, σπουργίτια, τσώνους και μελισσοφαγάκια με την ξύλινη σφεντόνα μου, ψαρεύοντας μουστακάδες, άσπρες και χασκώνες με την αυτοσχέδια πετονιά μου, γυρίζοντας άσκοπα μες στα χωράφια κι στους μπαξέδες, χωρίς κανένας να με αναζητά. Ήταν φορές που η μάνα μου με ξεχνούσε μια ολόκληρη μέρα και με αναζητούσε μόνο όταν σουρούπωνε. Τότε έβγαινε στην αυλή του σπιτιού και με φωνές με καλούσε να μαζευτώ στο σπίτι, όπως η κλώσσα φωνάζει τα τσιροπούλια της. Τότε εγώ εμφανιζόμουν μέσα από τα περιβόλια, έχοντας μερικά σκοτωμένα πουλιά κρεμασμένα στη ζώνη μου, ή άλλοτε κάνα δυο ψάρια, περασμένα από τα βράγχια, σε μια βέργα από λυγαριά”.
Γι' αυτό το πράγμα μιλάμε, αυτό είναι το real stuff – κυρίες και κύριοι, ο Ντίνος Γιώτης!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου